ασυζήτητος


ασυζήτητος
[асизититос] εκ. безоговорочный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ασυζήτητος" в других словарях:

  • ασυζήτητος — η, ο αυτός που δεν συζητήθηκε, που δεν έγινε αντικείμενο συζήτησης. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + συζητώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικό και Ελληνογαλλικό Λεξικό του Σκαρλά του Βυζάντιου] …   Dictionary of Greek

  • ασυζήτητος — η, ο επίρρ. α εκείνος για τον οποίο δεν έγινε ή δεν μπορεί να γίνει συζήτηση: Τις απόψεις του τις θεωρεί ασυζήτητες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αργός — I Πόλη (υψόμ. 40 μ., 24.239 κάτ.), του νομού Αργολίδος, έδρα του ομώνυμου δήμου. Χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης, διατήρησε το ίδιο όνομα από πανάρχαια χρόνια. Σήμερα είναι ανεπτυγμένο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο με ωραία ρυμοτομία.… …   Dictionary of Greek

  • ασυζητητί — επίρρ. 1. χωρίς καμιά συζήτηση 2. αναμφίβολα, αναντίρρητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασυζήτητος. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek